Για πολλούς γονείς, το να σηκώσουν ένα παιδί από το κρεβάτι το πρωί και να το ετοιμάσουν για το σχολείο είναι ένας μικρός άθλος. Υπάρχουν, όμως, παιδιά των οποίων η αντίδραση είναι πολύ πιο έντονη και η σκέψη και μόνο ότι πρέπει να μπουν στην τάξη μπορεί να προκαλέσει άγχος, μεγάλη αναστάτωση, ακόμη και σωματικά συμπτώματα. Οι απουσίες αρχίζουν να συσσωρεύονται και κάποια στιγμή το παιδί μπορεί να φτάσει στο σημείο να μην μπορεί να περάσει την πόρτα του σχολείου.
Το φαινόμενο περιγράφεται συχνά ως σχολική άρνηση ή σχολική φοβία, ενώ οι ειδικοί χρησιμοποιούν τον όρο emotionally based school avoidance (EBSA), δηλαδή συναισθηματικά καθοδηγούμενη σχολική αποφυγή. Η διαφορά από την απλή απροθυμία έχει σημασία. Το παιδί δεν αποφασίζει να κάνει «κοπάνα», επειδή βαριέται το μάθημα ή προτιμά να βρίσκεται κάπου αλλού. Βιώνει πραγματική δυσφορία, την οποία του προκαλεί η παρουσία του στο σχολείο και η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επαναλαμβανόμενες απουσίες.
Το πρόβλημα απασχολεί όλο και περισσότερο εκπαιδευτικούς, οικογένειες και υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Εκτιμάται ότι η συναισθηματικά καθοδηγούμενη σχολική αποφυγή αφορά περίπου το 1% έως 5% των παιδιών διεθνώς, ενώ ορισμένες ομάδες φαίνεται να είναι περισσότερο ευάλωτες. Στα παιδιά με αυτισμό, για παράδειγμα, στοιχεία που επικαλείται η Autism Spectrum Australia αποδίδουν στη συναισθηματικά καθοδηγούμενη σχολική άρνηση σημαντικό μέρος των απουσιών τους.
Ένα πρόβλημα που συχνά αρχίζει αθόρυβα
Ένα από τα δυσκολότερα στοιχεία της σχολικής φοβίας είναι ότι μπορεί να εξελίσσεται σταδιακά. Το παιδί δεν σταματά απαραίτητα μια μέρα ξαφνικά να πηγαίνει στο σχολείο. Μπορεί αρχικά να δυσανασχετεί τα πρωινά, να ζητά να μείνει σπίτι, να χάνει μεμονωμένες ημέρες ή να εμφανίζει έντονη αναστάτωση πριν φύγει από το σπίτι. Επίσης, τα σημάδια διαφέρουν από παιδί σε παιδί. Μπορεί να υπάρχουν πολλές απουσίες, έντονο άγχος, καταθλιπτική διάθεση ή σωματικές ενοχλήσεις. Συνήθως οι γονείς γνωρίζουν ότι το παιδί μένει σπίτι και συχνά έχουν προσπαθήσει επανειλημμένα να το πείσουν να πάει στο σχολείο. Αυτή είναι μία ακόμη ουσιαστική διαφορά: η απουσία συνοδεύεται από δυσφορία και συμβαίνει σε μια οικογένεια που πολλές φορές προσπαθεί χωρίς επιτυχία να την αποτρέψει.
Οι αιτίες επίσης ποικίλλουν. Η σύγχρονη έρευνα συνδέει τη σχολική αποφυγή με ένα πλέγμα παραγόντων που αφορά το ίδιο το παιδί, τις σχέσεις του, την οικογένεια και το σχολικό περιβάλλον. Το άγχος και η κατάθλιψη εμφανίζονται συχνά, ενώ η σχέση λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: οι δυσκολίες ψυχικής υγείας μπορούν να επηρεάσουν τη φοίτηση και οι συνεχείς απουσίες μπορούν με τη σειρά τους να επιβαρύνουν την ψυχική κατάσταση του παιδιού. Επιπλέον, σε ορισμένους μαθητές υπάρχει η πεποίθηση ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν ακαδημαϊκά. Για παιδιά με αυτισμό, η αποχή από το σχολείο μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος αντιμετώπισης της αισθητηριακής υπερφόρτωσης, της εξάντλησης ή της πίεσης που προκαλούν οι συνεχείς κοινωνικές επαφές.
Το ίδιο το σχολείο μπορεί επίσης να παίζει καθοριστικό ρόλο. Ο Justin Roberts, πρώην διευθυντής σχολείου και διευθυντής του προγράμματος ReLATE του MacKillop Institute, επισημαίνει ότι ένα σχολείο είναι από τη φύση του ένας περίπλοκος και συχνά απρόβλεπτος χώρος. Για ένα παιδί που δεν μπορεί να διαχειριστεί τις αλλαγές ή βιώνει έντονο άγχος, αυτή η καθημερινότητα μπορεί να γίνει ιδιαίτερα πιεστική. Η απουσία ανθρώπων τους οποίους εμπιστεύεται, προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες και άλλες δυσκολίες μπορούν να εντείνουν το πρόβλημα.
Όταν το «δεν θέλω» σημαίνει «δεν μπορώ»
Αυτή η εικόνα αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο χρειάζεται να αντιμετωπίζεται η συμπεριφορά του παιδιού. Η πίεση για άμεση επιστροφή δεν είναι πάντα ενδεδειγμένη. Ο Shawn van der Linden, επικεφαλής της εταιρείας συμβουλευτικής ψυχικής υγείας Altum Integrated, περιγράφει τη σχολική αποφυγή ως ένα μήνυμα ότι το σχολείο έχει γίνει συναισθηματικά μη ασφαλές για το παιδί.
Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά σε κάθε περίπτωση. Μπορεί να αφορά τις σχέσεις με συνομηλίκους ή εκπαιδευτικούς, το άγχος για τις επιδόσεις, αισθητηριακές δυσκολίες, προβλήματα ψυχικής υγείας ή συνθήκες στο οικογενειακό περιβάλλον. Συχνά περισσότεροι από ένας παράγοντες λειτουργούν ταυτόχρονα.
Γι' αυτό και η έγκαιρη αναγνώριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να συνδράμουν οι εκπαιδευτικοί, εφόσον γνωρίζουν καλά τον μαθητή, παρατηρώντας και εντοπίζοντας αλλαγές στη συνηθισμένη συμπεριφορά του. Επιπλέον, φαίνεται πως οι σχέσεις εμπιστοσύνης με τους εκπαιδευτικούς συνδέονται με καλύτερη φοίτηση. Αντίθετα, όταν ένα παιδί αισθάνεται ότι δεν το καταλαβαίνουν ή όταν η αντίδραση των ενηλίκων καθυστερεί και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, η απομάκρυνσή του από το σχολείο μπορεί να ενισχυθεί.
Η συνεργασία με την οικογένεια αποτελεί το επόμενο κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις αποδίδουν περισσότερο, όταν οι γονείς συμμετέχουν στις αποφάσεις και αντιμετωπίζονται ως συνεργάτες. Το ίδιο ισχύει για τους εκπαιδευτικούς και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Σπάνια ένας και μόνο φορέας μπορεί να αντιμετωπίσει τη σχολική φοβία.
Ένα «διαφορετικό σχολείο» για επτά εβδομάδες
Μια πειραματική προσπάθεια στο ανατολικό Λονδίνο δείχνει πώς μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η διαφορετική λογική στην πράξη. Το πρόγραμμα Our House απευθύνεται σε μαθητές που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν κανονικά το σχολείο εξαιτίας συναισθηματικών προβλημάτων. Για επτά εβδομάδες, οι μαθητές περνούν τρεις ημέρες την εβδομάδα σε έναν διαφορετικό χώρο, έξω από το συνηθισμένο σχολικό περιβάλλον.
Στο Eastbury Manor House στο Barking και στο Valence House Museum στο Dagenham, η εκπαίδευση οργανώνεται γύρω από τις τέχνες. Οι μαθητές ασχολούνται κάθε εβδομάδα με διαφορετικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης και παράλληλα συνεργάζονται με κοινωνικούς λειτουργούς νέων και σύμβουλο ψυχικής υγείας.
Σε ένα μάθημα για τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», για παράδειγμα, οι μαθητές δημιούργησαν στο πάτωμα έναν χάρτη της Βερόνας. Σε άλλες δραστηριότητες δουλεύουν με κολάζ, επιλέγοντας υφάσματα που συνδέονται με στοιχεία της ζωής τους, παρουσιάζουν τις δημιουργίες τους στην ομάδα και καταγράφουν τι ένιωσαν και τι έμαθαν από τη διαδικασία. Στόχος είναι να ξαναχτιστεί σταδιακά η σχέση των παιδιών με τη μάθηση και να δημιουργηθούν εμπειρίες στις οποίες μπορούν να αισθανθούν ότι τα καταφέρνουν. Κάθε ημέρα υπάρχει επίσης χρόνος για συζήτηση γύρω από το πώς αισθάνονται, ενώ κάθε μαθητής έχει ατομικές συναντήσεις με σύμβουλο.
Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, αν και το πρόγραμμα βρίσκεται ακόμη σε πιλοτική φάση και αφορά μικρό αριθμό παιδιών. Στην πρώτη ομάδα μαθητών, η μέση σχολική φοίτηση αυξήθηκε από 65% πριν από το πρόγραμμα σε 82% μετά την επιστροφή τους στο σχολείο. Σε μία περίπτωση ανέβηκε από 52% σε 95%.
Η επιτυχία, πάντως, δεν μετριέται αποκλειστικά με το πόσο γρήγορα επιστρέφει κάποιος στην τάξη. Ένα κορίτσι που συμμετείχε στο πρόγραμμα δεν είχε ακόμη καταφέρει να επιστρέψει στο σχολείο, όμως είχε αρχίσει να βγαίνει ξανά από το σπίτι, να δημιουργεί φιλίες και να αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Για ένα παιδί που είχε αποσυρθεί από την καθημερινή ζωή, αυτές οι αλλαγές αποτελούν σημαντικά βήματα.
Η επιστροφή δεν γίνεται με έναν διακόπτη
Η σχολική φοβία επομένως δεν τελειώνει απαραίτητα τη στιγμή που ένα παιδί ξαναμπαίνει στην τάξη. Η επιστροφή μπορεί να χρειαστεί χρόνο και η πορεία δεν είναι ίδια για όλους. Οι διαθέσιμες έρευνες για σχολικές παρεμβάσεις δίνουν μέχρι στιγμής ανάμεικτα αλλά ελπιδοφόρα αποτελέσματα για πρακτικές όπως η συμβουλευτική, το mentoring και τα προγράμματα που συνδέουν σχολείο, οικογένεια και υπηρεσίες υγείας.
Αυτό που γίνεται ολοένα πιο σαφές είναι ότι η παρατεταμένη απουσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένη από τη ζωή του παιδιού. Η έρευνα τη συνδέει με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις και αυξημένο κίνδυνο εγκατάλειψης του σχολείου, ενώ μακροπρόθεσμα μπορεί να επηρεάσει τις κοινωνικές σχέσεις, την ψυχική και σωματική υγεία και τις μελλοντικές επαγγελματικές προοπτικές.
Παράλληλα, οι ειδικοί επιμένουν ότι η σχολική αποφυγή δεν σημαίνει πως η εκπαιδευτική πορεία ενός παιδιού έχει τελειώσει. Υπάρχουν μαθητές που επιστρέφουν στη γενική εκπαίδευση, συνεχίζουν προς την τριτοβάθμια ή βρίσκουν διαφορετικές εκπαιδευτικές διαδρομές. Η προϋπόθεση είναι να αναγνωριστούν οι λόγοι που τους οδήγησαν μακριά από την τάξη και να αντιμετωπιστούν όσο γίνεται νωρίτερα.
Αυτό απαιτεί συνεργασία σχολείου, οικογένειας, υπηρεσιών ψυχικής υγείας και, πάνω απ' όλα, του ίδιου του παιδιού. Η σύγχρονη έρευνα καταλήγει ότι οι μεμονωμένες παρεμβάσεις που επικεντρώνονται αποκλειστικά στον μαθητή δεν αρκούν. Το σχολείο μπορεί να αποτελεί μέρος των συνθηκών που προκαλούν τη δυσφορία, αλλά μπορεί επίσης να γίνει ο χώρος που θα βοηθήσει το παιδί να αισθανθεί ξανά ασφαλές και αποδεκτό.
Ίσως αυτό εξηγεί καλύτερα και την εμπειρία των παιδιών του Our House. Ένας από τους μαθητές έγραψε σε ένα ποίημα για την έκθεση του προγράμματος ότι εκεί βρήκε το «χαρούμενο μέρος» του. Πίσω από αυτή την απλή φράση βρίσκεται ένα βασικό στοιχείο που επανέρχεται στις έρευνες για τη σχολική φοβία: για να μπορέσει ένα παιδί να επιστρέψει στη μάθηση, πρέπει πρώτα να αισθανθεί ότι υπάρχει ένας χώρος στο σχολείο όπου μπορεί να ανήκει.